Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Το αδιέξοδο της ελληνικής γεωργίας

Ιστορικά στοιχεία 
 
Το αγροτικό ζήτημα κυριαρχεί στον ελλαδικό χώρο από καταβολής του ελληνικού κράτους. Από τις κοινωνικοποιήσεις γης και τα πειράματα αυτοδιαχείρισης στα νησιά του Αιγαίου το 1823, την εξέγερση των σταφιδοπαραγωγών στον Πύργο το 1898, τον αγώνα για την κατάργηση των τσιφλικιών και το Κιλελέρ (1910), την «πρωτόγονη επανάσταση» που συντελέστηκε με τον θεσμό της κοινωνικής ληστείας, τη μαζική συμμετοχή χωρικών στο αντάρτικο του ’40, τις κινητοποιήσεις και τις συγκρούσεις των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων έως και τα πρόσφατα συλλαλητήρια, το αγροτικό παραμένει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα για την εκάστοτε εξουσία. 
 
Στρατηγική επιδίωξη του κράτους σήμερα είναι η πλήρης εναρμόνιση της γεωργικής παραγωγής με τις επιταγές της οικονομίας της αγοράς. Διαδικασία, όμως, που συναντάει προσκόμματα, όχι μόνον εξαιτίας της δυναμικής που αναπτύσσουν οι αγρότες στη διάρκεια των αγώνων τους, αλλά και λόγω των εγγενών αντιφάσεων στην κοινωνική και οικονομική δομή του αγροτικού κόσμου, που τον καθιστούν εχθρικό στις απόπειρες εκσυγχρονισμού. 

Τα αγροτικά στρώματα παρουσιάζουν μια ιστορικά καταγραμμένη διττή ιδιότητα: από τη μια ιδιοκτήτες γης, αλλά και ταυτόχρονα εργάτες, μιας και η γη δεν αποφέρει καρπούς αν δεν δουλευτεί. Παράλληλα, εμφανίζουν αξιοσημείωτη κοινωνική και οικονομική κινητικότητα (μαζική μετανάστευση, διαρκής μετακίνηση  σε πόλη και χωριό, μεγάλος αριθμός πτυχιούχων, πολυαπασχόληση), αλλά και μια καχυποψία απέναντι στην επιχειρηματικότητα. Το αν αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν και μέχρι ποιο σημείο μια ιδιότυπη τροχοπέδη στο σύστημα μένει να εξακριβωθεί. Ακόμη και σήμερα και παρά την αύξηση του εισοδήματός των αγροτών στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, αυτό παραμένει μόλις το μισό σε σχέση με τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, ενώ είναι και οι πλέον υπερχρεωμένοι της Ε.Ε.


                                                     Αγροτικοί Συνεταιρισμοί

Η αγροτική μεταρρύθμιση του 1917 και η σταδιακή διάλυση των τσιφλικιών καθιέρωσε τη μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση (πρότυπο, που αν και διαρκώς βαλλόμενο, επιβιώνει ως τις μέρες μας, ιδίως στα νησιά του Αιγαίου) και ενίσχυσε την ανάπτυξη των συνεταιρισμών. Οι γεωργοί τότε απέκτησαν ιδιοκτησία, αλλά έγιναν ταυτόχρονα οφειλέτες ενός αρχικού ποσού (70.000 δρχ) προς το κράτος. Έτσι, στην προσπάθειά τους ν’ αποσβέσουν τα χρέη, διηύρυναν την παραγωγή, εντατικοποίησαν την εργασία τους και τέλος δανείζονταν εκ νέου, συντηρώντας έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης μέσα στην ήδη εξαθλιωμένη καθημερινότητα. Η ιδιοκτησία αποδείχτηκε τυπική, καθώς ουσιαστικά ο αγρότης ήταν κολίγος στην ίδια του τη γη. 

Οι συνεταιρισμοί, παρά τις αγνές προθέσεις των πρώιμων οπαδών της ιδέας, σπάνια  λειτούργησαν ως «όργανα αυτοβοήθειας των ασθενών οικονομικά προσώπων». Αντίθετα, υπήρξαν ο δούρειος ίππος για τη διείσδυση του κεφαλαίου στη γεωργία. Οι ίδιες οι τράπεζες πριμοδότησαν τους συνεταιρισμούς, ενώ η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας το 1927 θα καταστήσει το συνεταιριστικό κίνημα βοηθητικό μηχανισμό της ΑΤΕ. Μάλιστα, δέκα χρόνια αργότερα, ο τότε διευθυντής της δεν παρέλειψε να τους εξάρει «διότι παρέχουν τον καλύτερο, φθηνότερο και πιο αποτελεσματικό τρόπο ανάπτυξης της αγροτικής πίστεως»! Από το 1929 η Αγροτική Τράπεζα θα αναλάβει την εποπτεία των συνεταιρισμών, ενώ μια σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις θα επιτρέψουν στο κράτος να ασκεί απόλυτο πολιτικό έλεγχο.
Οι διακρίσεις με βάση τα πολιτικά φρονήματα και το κοινωνικό ιδιώνυμο ίσχυσαν, βέβαια, και σ’ αυτόν τον χώρο, αποκλείοντας όσους οι ιδεολογικές των αποχρώσεις δεν ήταν αποδεκτές. Αντίθετα, ενθαρρύνθηκε η εισροή ατόμων άσχετων με τη γεωργία όπως, δικηγόρων, ιδιοκτητών γης, αργόσχολων κεφαλαιούχων, και ενισχύθηκαν τα φαινόμενα ηγεμονισμού κι εξάρτησης των αγροτών από κομματικά στελέχη και ανθρώπους της εξουσίας.  Το φαινόμενο είναι έως σήμερα κυρίαρχο, αν δει κανένας την σύνθεση των εκάστοτε διοικήσεων της ΠΑΣΕΓΕΣ. 

Οι δικτατορίες του 1936 και του 1967 επιχείρησαν να μετατρέψουν τους συνεταιρισμούς σε εξαρτήματα του καθεστώτος, επεμβαίνοντας από τη μία ανοιχτά στις διοικήσεις, ενώ από την άλλη η λήψη «φιλοαγροτικών» υποτίθεται μέτρων τους επέτρεπαν να διατηρούν ερείσματα στον αγροτικό πληθυσμό.
Έστω και μ’ αυτόν τον χαρακτήρα πάντως, οι οργανώσεις αυτές υπήρξαν ο μοναδικός χώρος συνδικαλιστικής δράσης για τους αγρότες, με δεδομένο μάλιστα ότι ως τα τέλη της δεκαετίας του ’70 κανένας σύλλογος ή συνδικαλιστικό όργανο δεν είχε αναγνωριστεί επίσημα. Ωστόσο, ο ασφυκτικός έλεγχος της πολιτείας δεν άφηνε περιθώρια για την ανάπτυξη ενός μαζικού αυτόνομου κινήματος.
Βασικές παράμετροι του αγροτικού προβλήματος στη χώρα:
• Συρρίκνωση του αγροτικού τομέα και κοινωνικός μετασχηματισμός της ελληνικής υπαίθρου
Στην περίοδο μετά την ένταξη στην Ε.Ε. σημειώνεται γενικό βάλτωμα της αγροτικής παραγωγής, παρά τις πολυδιαφημισμένες επιδοτήσεις από την Κοινοτική Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ).
Η αναθεώρηση της Κοινής Αγροτική Πολιτικής (ΚΑΠ), η συμφωνία της G.A.T.T.5, συνεπικουρούμενες από μια σειρά μέτρων όπως η τράπεζα γης και το μητρώο αγροτών, η περικοπή των επιδοτήσεων (το 1/3 των γεωργών δεν παίρνει κοινοτικές ενισχύσεις), η απαγόρευση κάποιων παραδοσιακών καλλιεργειών και οι ποσοστώσεις εξοβέλισαν τους μικρούς καλλιεργητές και την οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση από την παραγωγή.
Την τελευταία εικοσαετία 182.000 αγρότες ξεκληρίστηκαν, ενώ άλλοι 70.000 είναι υπερχρεωμένοι στην ΑΤΕ. Το κατά πόσον η πολυδραστηριότητα –αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων όπου το γεωργικό εισόδημα δεν επαρκεί– έχει συνεισφέρει στο να αποσοβηθεί το τεράστιο κοινωνικό κόστος από την προαναφερθείσα κατάσταση είναι αντικείμενο προς διερεύνηση. Σίγουρα πάντως η μαζική έξοδος των αγροτών που αντανακλάται π.χ. στη μη επιστροφή των νέων μετά το τέλος των σπουδών τους και την παραμονή τους στα αστικά κέντρα σηματοδοτεί τη σταδιακή αποψίλωση της υπαίθρου από τις πλέον δυναμικές ηλικιακές ομάδες και συμβάλλει στην όλο και μεγαλύτερη πληθυσμιακή συγκέντρωση στα υπερκορεσμένα αστικά κέντρα –ιδιαιτέρως αυτό των Αθηνών. 

Σίγουρα, πάντως, η μαζική εισροή φθηνής εργατικής δύναμης –μόνο οι Αλβανοί φτάνουν το 1 εκατ. στη χώρα μας– και η άγρια εκμετάλλευση των μεταναστών από μικρούς (και μεγάλους) παραγωγούς, έχει συντελέσει αρκετά στην επιβράδυνση της αποσάθρωσης του μικρού αγροτικού κλήρου. Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται σε μια περίοδο βαθιών ανακατατάξεων και όσο κι αν οι κυρίαρχες τάσεις πρέπει να θεωρούνται δεδομένες (συγκέντρωση της ιδιοκτησίας και της παραγωγής, σαφής ενίσχυση των μεγαλο-αγροτών και των νέων επιχειρηματιών αγροτών, αυξανομένη διείσδυση και έλεγχος στην παραγωγή των αγροτοβιομηχανικών κολοσσών), δεν αποτελούν καμία νομοτέλεια.  Αν σ’ αυτά συνυπολογίσουμε και την εθνολογική αλλοίωση που προκάλεσε η εγκατάσταση μεταναστών αρχικά  εργατών γης, –ένα μέρος των οποίων σταδιακά μετατράπηκε σε ιδιοκτήτες–, έχουμε μια πρώτη εικόνα των συντριπτικών κοινωνικών μετασχηματισμών που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική επαρχία την τελευταία 20ετία.
Αντίστοιχη συρρίκνωση του αγροτικού κόσμου  συνέβη και στις χώρες του αναπτυγμένου Βορρά, αλλά ενώ εκεί μιλάμε για ένα 3% του ενεργού πληθυσμού που έπρεπε να βρει (και  βρήκε) απασχόληση στον επεκτεινόμενο σύγχρονο τομέα των υπηρεσιών, στην Ελλάδα μιλάμε για ένα ποσοστό σχεδόν 15% του πληθυσμού που αναγκάστηκε σε φυγή προς τις συνήθως αεριτζίδικες «υπηρεσίες» των αστικών κέντρων, ή σε εποχικές δουλειές, ή σε παράνομες δραστηριότητες της υπαίθρου, ή ακόμα και σε νέα έξοδο προς τη Δύση!
Η αγροτική παραγωγή με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,2% υπέστη πραγματική καθίζηση, την ίδια στιγμή που ο αντίστοιχος  ρυθμός ανάπτυξης του τομέα στις χώρες του Βορρά έφτανε το 2% για όλη την προηγούμενη 20ετία. Η καθίζηση αυτή αντανακλάται στο αγροτικό ισοζύγιο της χώρας, το οποίο παρουσιάζει δραματική επιδείνωση, αφού το έλλειμμα έχει σχεδόν οκταπλασιαστεί μέσα σε 25 περίπου χρόνια, τη στιγμή που μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 η χώρα παρουσίαζε ένα υγιές πλεόνασμα στο αγροτικό ισοζύγιο που έφτανε κατά μέσο όρο τα 45 εκ. $ ετησίως. Σήμερα ετησίως το έλλειμμα του αγροτικού ισοζυγίου φτάνει τα 2 δις €, ενώ με βάση τη νέα ΚΑΠ οι επιδοτήσεις αποκόπτονται από την ποσότητα της παραγωγής.
Η απαγόρευση παραγωγής ορισμένων προϊόντων που έχουμε ανάγκη οδηγεί στην εισαγωγή τους από τον Βορρά (γάλα και κρέας) και Τρίτες χώρες, με όλα τα συνεπακόλουθα. Η πολιτική συγκράτησης ή και πτώσης των τιμών των αγροτικών προϊόντων ευνοεί τους βιομηχάνους και τους μεσάζοντες, καθώς αγοράζουν φτηνά και πουλούν ακριβά. Ένώ στη δεκαετία του ‘80 η σχέση τιμής σταριού και ψωμιού ήταν 1 προς 3, τώρα είναι 1 προς 7. Το ίδιο και στο βαμβάκι, όπου από 1 προς 15, έχει πάει στο 1 προς 20. Οι επιδοτήσεις παίζουν ακριβώς αυτόν τον ρόλο, της καθήλωσης δηλαδή των τιμών προς τα κάτω, προς όφελος των εταιρειών που αγοράζουν φτηνά τα προς μεταποίηση αγροτικά προϊόντα.
Ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής μας παραγωγής και οι περίφημες επιδοτήσεις δεν ήταν παρά  το  ξερίζωμα  δεκάδων χιλιάδων σταφιδάμπελων στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, η συρρίκνωση της παραγωγής  και της ποσότητας εξαγωγής  καπνού, η  μείωση της παραγωγής σκληρού σταριού, για να μην αναφερθούμε στη μαζική κατάληξη οπωροκηπευτικών  στις “χωματερές” καθ’ όλη τη δεκαετία του ’80.
Αυτό που ονομάστηκε εκσυγχρονισμός στον αγροτικό τομέα στην χώρα μας δεν ήταν παρά μία διατροφική, γαστρονομική και πολιτιστική γενοκτονία. Όπως χάθηκαν μνημεία, έργα τέχνης, έτσι χάθηκαν ποικιλίες, προϊόντα, συνταγές γεύσης.

•     Συγκεντροποίηση και έλεγχος στο πλαίσιο της αγοράς
Η συγκέντρωση ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της γενικότερης συγκέντρωσης οικονομικής δύναμης που επιφέρει η δυναμική της οικονομίας της αγοράς και της συνακόλουθης πληθυσμιακής συγκέντρωσης στο υδροκέφαλο αθηναϊκό κέντρο. Οι πολιτικές της  Ε.Ε. στη φάση της  παγκοσμιοποίησης, στην οποία ενταχθήκαμε παρασιτικά στη 10ετία του ’90, είχαν ως συνέπεια τον εκτοπισμό των μικρών αγροτών  από τις  πολυεθνικές, τους μεγαλο-αγρότες, τους μεσάζοντες και τα σουπερ-μαρκετ. Ταυτόχρονα σήμαινε την όλο και μεγαλύτερη  εξάρτηση του αγρότη από τις πολυεθνικές για την προμήθεια των φυτοφαρμάκων, μηχανημάτων, σπόρων κ.λπ.,  γεγονός  που συνακόλουθα οδήγησε στην εκτόπιση των μικρό-αγροτών. Για να επιβιώσει ο αγρότης  έπρεπε να ελαχιστοποιεί συνεχώς  το κόστος  παραγωγής!
Δεν θα πρέπει να απορούμε σήμερα που οι μόνοι προμηθευτές προϊόντων στο πιάτο μας  είναι οι  εισαγωγικές πολυεθνικές εταιρείες, που προμηθεύονται αμφίβολης ποιότητας προϊόντα από τις τεράστιες αγρό-επιχειρήσεις (agri-business), οι οποίες εξαπλώνονται σε κάθε σημείο του πλανήτη χωρίς κανέναν έλεγχο. 
Ενδεικτικά της σημερινής συγκέντρωσης στον τομέα των τροφίμων είναι το ότι 30 μόλις πολυεθνικές ελέγχουν το ένα τρίτο των επεξεργασμένων τροφίμων, 5 ελέγχουν το 75% του διεθνούς εμπορίου σιτηρών, 6 διευθύνουν το 75% της παγκόσμιας αγοράς παρασιτοκτόνων, 2 ελέγχουν τις μισές πωλήσεις της παγκόσμιας παραγωγής μπανανών και 3 εμπορεύονται το 85% της παγκόσμιας παραγωγής τσαγιού, ενώ η Μονσάντο από μόνη της ελέγχει το 91% της παγκόσμιας αγοράς μεταλλαγμένων σπόρων. Γενικά, οι πολιτικές ελεύθερου εμπορίου που θεσμοποιούν το άνοιγμα και  τη δήθεν απελευθέρωση τους –υπό τις ευλογίες και τη στήριξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (Π.Ο.Ε)– οδήγησαν σε μια τεράστια συγκέντρωση οικονομικής δύναμης στα χέρια των οικονομικών ελίτ που διαχειρίζονται την παγκόσμια αγροτική οικονομία.
Η εξάρτηση αυτή παίρνει τραγικές διαστάσεις σήμερα, με τη συνεχή άνοδο της τιμής των τροφίμων, όταν σ’ ένα χρόνο π.χ. η τιμή του καλαμποκιού ανέβηκε κατά 130%, της σόγιας 87%, του ρυζιού 74%. Πέραν των πολλαπλών αιτίων που δικαιολογούν την κρίση αυτή,  π.χ. πετρέλαιο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η αλλαγή καταναλωτικών προτύπων στις αναπτυσσόμενες χώρες όπως Ινδία, Κίνα κ.λπ., η άνοδος της παραγωγής βιο-καυσίμων (συνεργασία Λούλα - Μπούς ), μια βασική διάσταση είναι αυτή της κερδοσκοπίας των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών στην αγορά και διάθεση των σπόρων παραγωγής. Αυτό σημαίνει αγορά των σπόρων σε χαμηλές τιμές και πώλησή τους σε πολύ υψηλότερες στους παραγωγούς, οι οποίοι λόγω του μοντέλου της μεταφοράς και εμπορίας σε παγκόσμια κλίμακα είναι άμεσα εξαρτημένοι από την αγορά σπόρων. Αυτό φυσικά δεν θα μπορούσε να συμβεί αν η απόσταση παραγωγής και κατανάλωσης ήταν μικρότερη και αν, όπως στην παραδοσιακή καλλιέργεια, ο καταναλωτής επέστρεφε ή αν ο παραγωγός αποθήκευε σε ετήσια βάση τους σπόρους, που ήταν και πιο προσαρμοσμένοι στα τοπικά οικοσυστήματα. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τη χρήση υβριδίων που κυριαρχούν στην εμπορία και διάθεση σπόρων.
• Η κρίση του περιβάλλοντος
Ο πρώτος και σημαντικότερος περιβαλλοντικός κίνδυνος στην ύπαιθρο  είναι αυτός της λειψυδρίας! Ο αγροτικός τομέας κάνει συχνά κατάχρηση υδατικών πόρων και πολλές από τις μονοκαλλιέργειες στις οποίες επιδιδόμαστε, π.χ. βαμβάκι, έχουν τεράστιο κόστος στα υδατικά αποθέματα. Από εδώ προκύπτει και η έντονη πίεση για την εκτροπή του Αχελώου προκειμένου να καλυφθούν οι ούτως η ή άλλως σημαντικές ελλείψεις νερού στον θεσσαλικό κάμπο, έργο που αν πραγματοποιηθεί θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στα οικοσυστήματα της χώρας μας.
Η μονοκαλλιέργεια, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της εντατικής καλλιέργειας, έχει συνέπεια  την εξαφάνιση του  75% της παγκόσμιας αγροτικής ποικιλότητας μέσα σ’ έναν αιώνα. Η εντατική χρήση χημικών στη καλλιέργεια επιβαρύνει τα ήδη περιορισμένα αποθέματα νερού, ενώ  έχει αρνητικές συνέπειες  στην ποιότητα των τροφίμων και στο  έδαφος. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η εντατική καλλιέργεια και ιδιαίτερα τα λιπάσματα έχουν μολύνει τις υδατικές πήγες στη χώρα .
Όσον αφορά τις συνέπειες της εκβιομηχάνισης σε σχέση με τα ζώα, είναι γνωστές οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης/συνωστισμού των ζώων μέσα σε κλουβιά, όπου κυριολεκτικά τα ταΐζουν με αντιβιοτικά, με μοναδικό στόχο την ταχεία ανάπτυξη για το σφαγείο.
Τέλος, οι τεράστιες αποστάσεις διακίνησης των αγροτικών προϊόντων οδηγούν  σε μια απίστευτη επιβάρυνση του πλανήτη, αυξάνοντας κατακόρυφα τις εκπομπές CO2 που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή
Υπάρχει απάντηση;

                                                      Η απάντηση των ελίτ 
 
Η απάντηση των υπερεθνικών ελίτ και των πολυεθνικών στην παραγωγή τροφής είναι η μαζική επιβολή των εφαρμογών της βιο-τεχνολογίας και των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Θεωρούν για παράδειγμα  πως  προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο επερχόμενος λιμός –αφού 850 εκατ. άνθρωποι ήδη πεινάνε στον πλανήτη και ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί κατά 100 εκατ. τα επόμενα χρόνια– θα πρέπει να επικρατήσει η μαζική καλλιέργεια  γενετικά τροποποιημένων ποικιλιών, οι οποίες και θα λύσουν το διατροφικό, αλλά και το οικολογικό πρόβλημα (!) ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες, αφού οι ποικιλίες αυτές είναι πιο ανθεκτικές και πιο παραγωγικές. Επαναλαμβάνεται λοιπόν η βασική επιχειρηματολογία της «Πράσινης Επανάστασης» της δεκαετίας του ’60 που θα έλυνε το πρόβλημα της πείνας  του Τρίτου Κόσμου, βλ. Ινδία κ.λπ.Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτών των πολιτικών είναι εμφανές σήμερα στον Τρίτο Κόσμο.
Δυστυχώς, η ένταση των εφαρμογών της βιο-τεχνολογίας και των μεταλλάξεων θα οδηγήσει  στην πλήρη εξαφάνιση των μικρών παραγωγών και την εξάρτηση των υπολοίπων, παραγωγών και καταναλωτών, από της μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες αμερικάνικων συμφερόντων –π.χ. Mονσάντο. Την ίδια στιγμή τα μεταλλαγμένα συνιστούν  μια σημαντική και οιονεί απειλή για την υγεία των καταναλωτών, και την ισορροπία των οικοσυστημάτων.

                                                 Μια εναλλακτική απάντηση 
 
Απαιτείται λοιπόν να προσδιοριστεί ένας άλλος δρόμος παραγωγής τροφίμων. Ένας δρόμος που θα θεμελιώνεται στην ολοκληρωμένη ανασυγκρότηση των  ελληνικών περιφερειών στη βάση περιφερειακών και τοπικών σχεδίων με σκοπό την αποκέντρωση, την άρση του παρασιτισμού και της διατροφικής εξάρτησης,  την επανα-τοπικοποίηση της παραγωγής, τον ριζικό περιορισμό της διακίνησης προϊόντων μεταξύ παραγωγών  και καταναλωτών, τη διατήρηση της μικρής –οικογενειακής επιχείρησης, την παραγωγή ποιοτικών και ασφαλών  προϊόντων διατροφής, με ήπια διαχείριση  των τοπικών πόρων. 


Το πέρασμα από το παγκοσμιοποιημένο μοντέλο αγροτικής παραγωγής και κατανάλωσης το βασισμένο στο διεθνές εμπόριο και στο συγκριτικό πλεονέκτημα  στη μικρή και τοπική παραγωγή απαιτεί ένα συνδυασμό εθνικών και τοπικών μέτρων πολιτικής όπως:

 
                                                              Εθνικά μέτρα:


•     Ριζική πληθυσμιακή αποκέντρωση της χώρας που είναι δυνατόν να επιτευχθεί με τη μεταφορά του διοικητικού κέντρου της πρωτεύουσας στον Βορρά, σε συνδυασμό με ισχυρά κίνητρα εγκατάστασης στην επαρχία.
•     Ριζικός περιορισμός  εισαγωγής αγροτικών προϊόντων και τροφίμων με άρση των ποσοστώσεων π.χ. στο γάλα, με  εφαρμογή δασμολογικών μέτρων που ανατρέπουν τα βασικά θεμέλια της Κ.Α.Π.
•     Προώθηση ζωνών ελευθέρου εμπορίου με τόνωση των ανταλλαγών τροφίμων με τις βαλκανικές χώρες και τη Ρωσία. Δυστυχώς μέχρι σήμερα ο τομέας αυτός εξαντλείται   στην επισιτιστική βοήθεια.
•     Σθεναρή άρνηση στην επέκταση και χρήση γενετικά μεταλλαγμένων  στη βάση του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης για τη  βιο-ασφάλεια,  με ενδυνάμωση των εθνικών και βαλκανικών δικτύων κατά των μεταλλαγμένων προϊόντων.
•     Αλλαγή καταναλωτικών προτύπων με προώθηση της κατανάλωσης εγχώριων προϊόντων ποιότητας π.χ. στις ένοπλες δυνάμεις, τη γενίκευση της μεσογειακής διατροφής, το σταμάτημα της αθλιότητας της κατανάλωσης των ταχυφαγείων.
•     Συστηματική οργάνωση και συντήρηση τράπεζας εγχώριου γενετικού υλικού και σπόρων, καθώς  και διατήρησης και αναπαραγωγής τοπικών εθνικών φυλών ζώων.
Τοπικά μέτρα
• Δημιουργία τοπικών συμβουλίων πολιτικής τροφίμων και διασύνδεση της τοπικής παραγωγής με τοπικά δίκτυα εστιατορίων, δημόσιων οργανισμών (σχολεία, νοσοκομεία). Αλλαγή του συστήματος προμηθειών τροφίμων για δημόσιες υπηρεσίες.
•     Δημιουργία τοπικών ταμείων αποταμίευσης και ενίσχυσης μικρών παραγωγών στο πρότυπο των ηθικών –εναλλακτικών τραπεζών για την ενίσχυση της λειτουργίας συνεταιρισμών παραγωγής και διάθεσης προϊόντων.
•     Αποκατάσταση και  ήπια διαχείριση των φυσικών  πόρων και άμεσος έλεγχος τους από τους ίδιους τους παραγωγούς. 
•     Ανάδειξη και σύνθεση της πολιτιστικής ταυτότητας κάθε τόπου  με πρότυπα μεσογειακής διατροφής. 
•     Υιοθέτηση παραδοσιακών παραγωγικών προτύπων καλλιέργειας  που θα βασίζονται στην αγρανάπαυση, στην πολυκαλλιέργεια, στις βιολογικές μεθόδους αντιμετώπισης των φυτικών και ζωικών ασθενειών, στη χρήση ντόπιων σπόρων και ποικιλιών, στον συνδυασμό αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής.
•     Ανασυγκρότηση των παραγωγικών και καταναλωτικών συνεταιρισμών  μέσω νέων δικτύων μεταξύ πόλεων και υπαίθρου εις βάρος των μεσαζόντων και των εμπόρων, με εφαρμογή  μοντέλων όπως αυτό της community support agriculture.
•     Δημιουργία  χώρων συνδυασμού παραγωγής αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, κουζίνας, πολιτιστικών δρώμενων, οικολογικών παρεμβάσεων για την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης περιοχών, ταξιδιωτικών εμπειριών  και λοιπών εκδηλώσεων υπό τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων.
• Επέκταση  πρωτοβουλιών παραγωγής τροφής  και σε αστικά κέντρα, όπως π.χ. αγροκτήματα πόλης.
•     Συνδυασμός παραγωγής και διάθεσης  ενέργειας από ΑΠΕ, με παραγωγή και διάθεση προϊόντων υπό τον έλεγχο των τοπικών συνεταιρισμών.
•     Δημιουργία και επέκταση δικτύων συνεργασιών όπως αυτών του κινήματος για τις Αργές Πόλεις στην Ιταλία, το αργό φαγητό, το δίκτυο των οικο-χωριών κ.λπ.
Συμπεράσματα
Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, των τροφίμων, η οικολογική και κοινωνική κρίση που ήδη πλήττει τα μεγάλα αστικά κέντρα, καθιστά απαγορευτικό το μοντέλο ανάπτυξης του αγροτικού χώρου της περιόδου της παγκοσμιοποίησης.
Η ενδογενής και  αυτό-τροφοδοτούμενη ανάπτυξη –σε αντίθεση με την εξαγωγικά προσανατολισμένη μαζική παραγωγή και τη μονοκαλλιέργεια – αποτελεί τη μόνη εφικτή διέξοδο για την μικρή και μεσαία παραγωγή που αποτελεί τη βάση του κοινωνικού σχηματισμού σ’ όλον τον βαλκανικό χώρο. Αυτό προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός νέου υποκειμένου πολύ  σημαντικού στην ιστορία των λαών της περιοχής: των κοινοτήτων, βασισμένων σε νέες και εν πολλοίς ξεχασμένες μορφές συμμετοχής, συνεργασίας και αλληλεγγύης.

 Ν. Ντάσιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου